
Ο Ρον Γουόκι, καθώς επιστρέφει ξανά και ξανά στην Τήνο, στο ορεινό χωριό Αρνάδος, σκαρφαλωμένο τόσο ψηλά, ώστε να είναι πιο κοντά στα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό παρά στον κάμπο και τη θάλασσα, έχει την αίσθηση ότι «βλέπει το τέλος ενός παλιού κόσμου».
Σε αυτήν την κυκλαδίτικη αετοφωλιά, με τα λευκά κυβιστικά σπίτια, μονιασμένα για να μη λυγάνε στους βοριάδες, ο Ρον Γουόκι έχει χτίσει φιλίες, με τη Φρόσω, τον Μάρκο, τον Στάθη και την Ανέζα, που ίσως να χρειάζονταν «αυτήν την έξωθεν ματιά» στον δικό τους, κλειστό κόσμο, κι έχει αφεθεί ανοικτός σε «πράγματα που δεν ήξερε».
Όσα δεν ήξερε, ο Ρον Γουόκι τα κύλησε σταδιακά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και τα ζύγισε σε μια λεπτή ισορροπία: «από τη μια ένιωσα ευάλωτος καθώς άφηνα τον εαυτό μου να παραδοθεί και από την άλλη είχα την ανάγκη να κρατήσω τον εαυτό μου αλώβητο», λέει. «Ήθελα να έχω τη ματιά του ανθρώπου που δεσμεύεται σε έναν σκοπό χωρίς να χάσω τον εαυτό μου».
www.kykladesnews.gr